νηπιαγωγείο
•
- εκπαίδευσητο δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για παιδιά προσχολικής ηλικίας (4-5 χρονών) με σκοπό την προετοιμασία για την ένταξή τους στο δημοτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νηπιαγωγείο < νηπιαγωγ(ός) + -είο (< καθαρεύουσα νηπιαγωγεῖον < νηπιαγωγ(ός) + -εῖον) :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1865
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νηπιαγωγείο | νηπιαγωγεία |
| Γενική | νηπιαγωγείου | νηπιαγωγείων |
| Αιτιατική | νηπιαγωγείο | νηπιαγωγεία |
| Κλητική | νηπιαγωγείο | νηπιαγωγεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →