Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νηπιαγωγός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο εκπαιδευτικός που ασχολείται με παιδιά προσχολικής ηλικίας (4 και 5 ετών) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νηπιαγωγός < νήπιο + αγωγή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνηπιαγωγόςνηπιαγωγοί
Γενικήνηπιαγωγούνηπιαγωγών
Αιτιατικήνηπιαγωγόνηπιαγωγούς
Κλητικήνηπιαγωγένηπιαγωγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →