νησίδα
•
- λόγιομικρό νησί Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: νησάκι
- κατ’ επέκτασηλωρίδα σε δρόμο, που τον διαχωρίζει και προστατεύει τους πεζούς Βικιλεξικό
- μεταφορικάοτιδήποτε έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά, που το κάνουν να ξεχωρίζει απ’ τα γύρω του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νησίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νησίς από την αιτιατική σε νησίδα, υποκοριστικό του νῆσος :* για τη νησίδα στο δρόμο < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νησίδα | νησίδες |
| Γενική | νησίδας | νησίδων |
| Αιτιατική | νησίδα | νησίδες |
| Κλητική | νησίδα | νησίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →