Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάνω

/ˈka.no/ρήμα
•
  1. κατασκευάζω, φτιάχνω, δημιουργώ Βικιλεξικό
    • Μπορεί να ασχολείται με τις ώρες, αλλά κάνει εξαιρετικά δημιουργήματα από χαρτί.
  2. εκτελώ, ολοκληρώνω Βικιλεξικό
    • Θα κάνω ό,τι μου πεις.
  3. διεξάγω, ενεργώ, πραγματοποιώ, διενεργώ Βικιλεξικό
    • Ακόμη κάνουν έρευνες.
  4. διαπράττω Βικιλεξικό
    • Μπήκε φυλακή για ένα έγκλημα που δεν έκανε αυτός.
  5. διοργανώνω Βικιλεξικό
    • Θυμάσαι την γιορτή που είχαμε κάνει πέρυσι;
  6. συγκροτώ, ιδρύω Βικιλεξικό
    • Τους έπεισα να κάνουμε εταιρεία.
  7. προκαλώ, γίνομαι αιτία για κάτι Βικιλεξικό
    • Μας έκανε καλή εντύπωση.
    • Η μεσογειακή δίαιτα κάνει καλό στην υγεία.
  8. για ζώα και ανθρώπουςγεννώ Βικιλεξικό
    • Αποφασίσαμε να κάνουμε παιδί.
    • Έκανε έξι γατάκια.
  9. εξασκώ περιστασιακά ένα επάγγελμα Βικιλεξικό
    • Έκανε τον έμπορο εκείνα τα χρόνια.
  10. διδάσκομαι ή διδάσκω κάποιο μάθημα Βικιλεξικό
    • κάνω πιάνο, κάνω αγγλικά, κάνω μπαλέτο
    • Σπούδασα αρχαιολογία, αλλά κάνω μαθήματα αγγλικών για τα προς το ζην.
  11. διατελώ Βικιλεξικό
    • Θα κάνεις φαντάρος μόνο έξι μήνες.
  12. προσποιούμαι, υποκρίνομαι Βικιλεξικό
    • Έκανε ότι κοιμόταν.
  13. υποδύομαι ένα ρόλο Βικιλεξικό
    • Θυμάσαι ποιος έκανε τον αστυνομικό;
  14. μιμούμαι Βικιλεξικό
    • Μας κάνει φωνές άλλων ανθρώπων και γελάμε.
  15. καθιστώ κάποιον κάτι Βικιλεξικό
    • Με κάνεις ευτυχή.
  16. προσλαμβάνω ή τοποθετώ κάποιον σε μια θέση μετά από εκλογή ή επιλογή Βικιλεξικό
    • Την έκαναν διευθύντρια.
  17. υπολογίζω κατά προσέγγιση σύμφωνα με την εντύπωση που έχω Βικιλεξικό
    • Πόσα κιλά τον κάνεις;
  18. τελώ μια θρησκευτική τελετή Βικιλεξικό
    • Φέτος θα κάνει τον αγιασμό ο μητροπολίτης.
  19. στο γ΄ ενικόισούται Βικιλεξικό
    • Πόσο κάνουν τέσσερα επί δεκατρία;
  20. λύνω ασκήσεις ή σχολικές εργασίες Βικιλεξικό
    • Για την επόμενη φορά θα κάνετε τις ασκήσεις 7 ως 10.
  21. καθαρίζω, συγυρίζω, τακτοποιώ Βικιλεξικό
    • Έκανα όλο το σπίτι σήμερα.
  22. ετοιμάζω ή παρασκευάζω φαγητό, γλυκό ή ποτό Βικιλεξικό
    • Θέλεις να κάνουμε ψάρι στο φούρνο για αύριο;
  23. συντάσσω ένα κείμενο Βικιλεξικό
    • Πρέπει να κάνω σύντομα αυτή την έκθεση.
  24. αποκτώ Βικιλεξικό
    • Έκαναν μεγάλη περιουσία.
  25. πληρώνω Βικιλεξικό
    • Θα κάνεις εσύ τα εισιτήρια κι εγώ θα κεράσω φαγητό.
  26. ασχολούμαι με κάτι συστηματικά Βικιλεξικό
    • Κάνει κολύμπι κάθε μέρα.
  27. αντιδρώ, συμπεριφέρομαι Βικιλεξικό
    • Όταν πεισμώνει, κάνει σαν μικρό παιδί.
  28. μένω ή βρίσκομαι κάποιο χρονικό διάστημα κάπου Βικιλεξικό
    • Τρεις εβδομάδες έκανα στην Ελβετία.
  29. διανύω χρονικά Βικιλεξικό
    • Μια ολόκληρη μέρα έκανες να μου απαντήσεις!
  30. καλύπτω αποστάσεις Βικιλεξικό
    • Για να πάνε στο σχολείο, κάνουν εννέα χιλιόμετρα κάθε μέρα.
  31. στοιχίζω, αξίζω, κοστίζω Βικιλεξικό
    • Η γραβάτα έκανε πενήντα ευρώ.
  32. είμαι κατάλληλος, πληρώ τις προϋποθέσεις Βικιλεξικό
    • Δεν κάνεις για αυτή τη δουλειά.
  33. ακολουθώ μια κατεύνθυνση Βικιλεξικό
    • Μόλις φτάσεις εκεί, κάνε δεξιά στο μονοπάτι.
  34. για γραμματικούς τύπουςσχηματίζομαι Βικιλεξικό
    • Πώς κάνει η αιτιατική του πληθυντικού;
  35. για καιρικές συνθήκεςεπικρατεί Βικιλεξικό
    • Θα κάνει πολλή ζέστη τις επόμενες μέρες.
  36. ως απρόσωπο: επιτρέπεται, πρέπει, είναι σωστό Βικιλεξικό
    • Δεν κάνει να στεναχωριέσαι.
  37. υποβάλλομαι σε Βικιλεξικό
    • Κάνω θεραπεία/ηλιοθεραπεία/δίαιτα.
    • Κάνω οικονομία/υπομονή.
  38. χορηγώ ή μου χορηγούν Βικιλεξικό
    • κάνω ένεση, κάνω κλύσμα, κάνω μασάζ

Ετυμολογία

κάνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάμνω, κάμω < αρχαία ελληνική κάμνω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκάνωκάνειςκάνεικάνουμεκάνετεκάνουν / κάνουνε
Παρατατικόςέκαναέκανεςέκανεκάναμεκάνατεέκαναν / κάναν / κάνανε
Αόριστοςέκαναέκανεςέκανεκάναμεκάνατεέκαναν / κάναν / κάνανε
Μέλλονταςθα κάνωθα κάνειςθα κάνειθα κάνουμεθα κάνετεθα κάνουν / θα κάνουνε
Παρακείμενοςέχω κάνειέχεις κάνειέχει κάνειέχουμε κάνειέχετε κάνειέχουν κάνει
Υπερσυντέλικοςείχα κάνειείχες κάνειείχε κάνειείχαμε κάνειείχατε κάνειείχαν κάνει
Υποτακτικήνα έχω κάνει / να κάνωνα έχεις κάνει / να κάνειςνα έχει κάνει / να κάνεινα έχουμε κάνει / να κάνουμενα έχετε κάνει / να κάνετενα έχουν κάνει / να κάνουν / να κάνουνε
Προστακτική—έχε καμωμένο / κάνε——έχετε καμωμένο / κάνετε / κάντε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →