κάνω
•
- κατασκευάζω, φτιάχνω, δημιουργώ Βικιλεξικό
- Μπορεί να ασχολείται με τις ώρες, αλλά κάνει εξαιρετικά δημιουργήματα από χαρτί.
- εκτελώ, ολοκληρώνω Βικιλεξικό
- Θα κάνω ό,τι μου πεις.
- διεξάγω, ενεργώ, πραγματοποιώ, διενεργώ Βικιλεξικό
- Ακόμη κάνουν έρευνες.
- διαπράττω Βικιλεξικό
- Μπήκε φυλακή για ένα έγκλημα που δεν έκανε αυτός.
- διοργανώνω Βικιλεξικό
- Θυμάσαι την γιορτή που είχαμε κάνει πέρυσι;
- συγκροτώ, ιδρύω Βικιλεξικό
- Τους έπεισα να κάνουμε εταιρεία.
- προκαλώ, γίνομαι αιτία για κάτι Βικιλεξικό
- Μας έκανε καλή εντύπωση.
- Η μεσογειακή δίαιτα κάνει καλό στην υγεία.
- για ζώα και ανθρώπουςγεννώ Βικιλεξικό
- Αποφασίσαμε να κάνουμε παιδί.
- Έκανε έξι γατάκια.
- εξασκώ περιστασιακά ένα επάγγελμα Βικιλεξικό
- Έκανε τον έμπορο εκείνα τα χρόνια.
- διδάσκομαι ή διδάσκω κάποιο μάθημα Βικιλεξικό
- κάνω πιάνο, κάνω αγγλικά, κάνω μπαλέτο
- Σπούδασα αρχαιολογία, αλλά κάνω μαθήματα αγγλικών για τα προς το ζην.
- διατελώ Βικιλεξικό
- Θα κάνεις φαντάρος μόνο έξι μήνες.
- προσποιούμαι, υποκρίνομαι Βικιλεξικό
- Έκανε ότι κοιμόταν.
- υποδύομαι ένα ρόλο Βικιλεξικό
- Θυμάσαι ποιος έκανε τον αστυνομικό;
- μιμούμαι Βικιλεξικό
- Μας κάνει φωνές άλλων ανθρώπων και γελάμε.
- καθιστώ κάποιον κάτι Βικιλεξικό
- Με κάνεις ευτυχή.
- προσλαμβάνω ή τοποθετώ κάποιον σε μια θέση μετά από εκλογή ή επιλογή Βικιλεξικό
- Την έκαναν διευθύντρια.
- υπολογίζω κατά προσέγγιση σύμφωνα με την εντύπωση που έχω Βικιλεξικό
- Πόσα κιλά τον κάνεις;
- τελώ μια θρησκευτική τελετή Βικιλεξικό
- Φέτος θα κάνει τον αγιασμό ο μητροπολίτης.
- στο γ΄ ενικόισούται Βικιλεξικό
- Πόσο κάνουν τέσσερα επί δεκατρία;
- λύνω ασκήσεις ή σχολικές εργασίες Βικιλεξικό
- Για την επόμενη φορά θα κάνετε τις ασκήσεις 7 ως 10.
- καθαρίζω, συγυρίζω, τακτοποιώ Βικιλεξικό
- Έκανα όλο το σπίτι σήμερα.
- ετοιμάζω ή παρασκευάζω φαγητό, γλυκό ή ποτό Βικιλεξικό
- Θέλεις να κάνουμε ψάρι στο φούρνο για αύριο;
- συντάσσω ένα κείμενο Βικιλεξικό
- Πρέπει να κάνω σύντομα αυτή την έκθεση.
- αποκτώ Βικιλεξικό
- Έκαναν μεγάλη περιουσία.
- πληρώνω Βικιλεξικό
- Θα κάνεις εσύ τα εισιτήρια κι εγώ θα κεράσω φαγητό.
- ασχολούμαι με κάτι συστηματικά Βικιλεξικό
- Κάνει κολύμπι κάθε μέρα.
- αντιδρώ, συμπεριφέρομαι Βικιλεξικό
- Όταν πεισμώνει, κάνει σαν μικρό παιδί.
- μένω ή βρίσκομαι κάποιο χρονικό διάστημα κάπου Βικιλεξικό
- Τρεις εβδομάδες έκανα στην Ελβετία.
- διανύω χρονικά Βικιλεξικό
- Μια ολόκληρη μέρα έκανες να μου απαντήσεις!
- καλύπτω αποστάσεις Βικιλεξικό
- Για να πάνε στο σχολείο, κάνουν εννέα χιλιόμετρα κάθε μέρα.
- στοιχίζω, αξίζω, κοστίζω Βικιλεξικό
- Η γραβάτα έκανε πενήντα ευρώ.
- είμαι κατάλληλος, πληρώ τις προϋποθέσεις Βικιλεξικό
- Δεν κάνεις για αυτή τη δουλειά.
- ακολουθώ μια κατεύνθυνση Βικιλεξικό
- Μόλις φτάσεις εκεί, κάνε δεξιά στο μονοπάτι.
- για γραμματικούς τύπουςσχηματίζομαι Βικιλεξικό
- Πώς κάνει η αιτιατική του πληθυντικού;
- για καιρικές συνθήκεςεπικρατεί Βικιλεξικό
- Θα κάνει πολλή ζέστη τις επόμενες μέρες.
- ως απρόσωπο: επιτρέπεται, πρέπει, είναι σωστό Βικιλεξικό
- Δεν κάνει να στεναχωριέσαι.
- υποβάλλομαι σε Βικιλεξικό
- Κάνω θεραπεία/ηλιοθεραπεία/δίαιτα.
- Κάνω οικονομία/υπομονή.
- χορηγώ ή μου χορηγούν Βικιλεξικό
- κάνω ένεση, κάνω κλύσμα, κάνω μασάζ
Ετυμολογία
κάνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάμνω, κάμω < αρχαία ελληνική κάμνω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κάνω | κάνεις | κάνει | κάνουμε | κάνετε | κάνουν / κάνουνε |
| Παρατατικός | έκανα | έκανες | έκανε | κάναμε | κάνατε | έκαναν / κάναν / κάνανε |
| Αόριστος | έκανα | έκανες | έκανε | κάναμε | κάνατε | έκαναν / κάναν / κάνανε |
| Μέλλοντας | θα κάνω | θα κάνεις | θα κάνει | θα κάνουμε | θα κάνετε | θα κάνουν / θα κάνουνε |
| Παρακείμενος | έχω κάνει | έχεις κάνει | έχει κάνει | έχουμε κάνει | έχετε κάνει | έχουν κάνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα κάνει | είχες κάνει | είχε κάνει | είχαμε κάνει | είχατε κάνει | είχαν κάνει |
| Υποτακτική | να έχω κάνει / να κάνω | να έχεις κάνει / να κάνεις | να έχει κάνει / να κάνει | να έχουμε κάνει / να κάνουμε | να έχετε κάνει / να κάνετε | να έχουν κάνει / να κάνουν / να κάνουνε |
| Προστακτική | — | έχε καμωμένο / κάνε | — | — | έχετε καμωμένο / κάνετε / κάντε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →