νιαούρισμα
•
- φωνή ζώουο ήχος της γάτας Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκνευριστική ομιλία ή κλάμα που μοιάζει με φωνή γάτας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νιαούρισμα < νιαουρίζω νιαουρισ- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νιαούρισμα | νιαουρίσματα |
| Γενική | νιαουρίσματος | νιαουρισμάτων |
| Αιτιατική | νιαούρισμα | νιαουρίσματα |
| Κλητική | νιαούρισμα | νιαουρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →