νικελώνω
•
- σκεπάζω την επιφάνεια ενός αντικειμένου με μία λεπτή στρώση νικέλιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νικελώνω < νικέλ(ιο) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νικελώνω | νικελώνεις | νικελώνει | νικελώνουμε | νικελώνετε | νικελώνουν / νικελώνουνε |
| Παρατατικός | νικέλωνα | νικέλωνες | νικέλωνε | νικελώναμε | νικελώνατε | νικέλωναν / νικελώναν / νικελώνανε |
| Αόριστος | νικέλωσα | νικέλωσες | νικέλωσε | νικελώσαμε | νικελώσατε | νικέλωσαν / νικελώσαν / νικελώσανε |
| Μέλλοντας | θα νικελώνω / θα νικελώσω | θα νικελώνεις / θα νικελώσεις | θα νικελώνει / θα νικελώσει | θα νικελώνουμε / θα νικελώσουμε | θα νικελώνετε / θα νικελώσετε | θα νικελώνουν / θα νικελώνουνε / θα νικελώσουν / θα νικελώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νικελώσει | έχεις νικελώσει | έχει νικελώσει | έχουμε νικελώσει | έχετε νικελώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νικελώσει | είχες νικελώσει | είχε νικελώσει | είχαμε νικελώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νικελώσει / να νικελώνω / να νικελώσω | να έχεις νικελώσει / να νικελώνεις / να νικελώσεις | να έχει νικελώσει / να νικελώνει / να νικελώσει | να έχουμε νικελώσει / να νικελώνουμε / να νικελώσουμε | να έχετε νικελώσει / να νικελώνετε / να νικελώσετε | να νικελώνουν / να νικελώνουνε / να νικελώσουν / να νικελώσουνε |
| Προστακτική | — | νικέλωνε / νικέλωσε | — | — | νικελώνετε / νικελώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →