νισάφι
•
- έλεος, χάρη, ευσπλαχνία Βικιλεξικό
- Απολογάτ' ο Κεχαγιάς προς τον Κολοκοτρώνη.
- "Κάνε νισάφι στην Τουρκιά, κόψε, μόν' άφσε κιόλας"
- Τι τσαμπουνάς, βρωμότουρκε; τι λες παλιομουρτάτη;
- Νισάφι έκαμες εσύ στην έρημη Βοστίτσα
- οπόσφαξες τ' αδέρφια μας κι όλους τους εδικούς μας;
Ετυμολογία
νισάφι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική إنصاف (insâf) (τουρκική insaf, μετριοπάθεια) + -ι με αντιμετάθεση [in] > [ni] < αραβική insāf
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →