Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νισάφι

/niˈsa.fi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. έλεος, χάρη, ευσπλαχνία Βικιλεξικό
    • Απολογάτ' ο Κεχαγιάς προς τον Κολοκοτρώνη.
    • "Κάνε νισάφι στην Τουρκιά, κόψε, μόν' άφσε κιόλας"
    • Τι τσαμπουνάς, βρωμότουρκε; τι λες παλιομουρτάτη;
    • Νισάφι έκαμες εσύ στην έρημη Βοστίτσα
    • οπόσφαξες τ' αδέρφια μας κι όλους τους εδικούς μας;

Ετυμολογία

νισάφι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική إنصاف (insâf) (τουρκική insaf, μετριοπάθεια) + -ι με αντιμετάθεση [in] > [ni] < αραβική insāf

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

νισάφι

/niˈsa.fi/επιφώνημα
•
  1. φτάνει πια, έλεος, αρκεί, αρκετά Βικιλεξικό
    • Ε, νισάφι πια, με τις απαιτήσεις σου!

Ετυμολογία

νισάφι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική إنصاف (insâf) (τουρκική insaf, μετριοπάθεια) + -ι με αντιμετάθεση [in] > [ni] < αραβική insāf

Άλλοι τύποι

νισάφι!

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →