Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νιτσεϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά ιδέα που εξέφρασε ο Νίτσε Βικιλεξικό
  2. ο νιτσεϊστής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ΔΦΑ : /ni.t͡se.iˈkos/: τυπογραφικός συλλαβισμός : νι‐τσε‐ϊ‐κός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνιτσεϊκόςνιτσεϊκήνιτσεϊκό
Γενικήνιτσεϊκούνιτσεϊκήςνιτσεϊκού
Αιτιατικήνιτσεϊκόνιτσεϊκήνιτσεϊκό
Κλητικήνιτσεϊκένιτσεϊκήνιτσεϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνιτσεϊκοίνιτσεϊκέςνιτσεϊκά
Γενικήνιτσεϊκώννιτσεϊκώννιτσεϊκών
Αιτιατικήνιτσεϊκούςνιτσεϊκέςνιτσεϊκά
Κλητικήνιτσεϊκοίνιτσεϊκέςνιτσεϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →