νοθεύω
•
- ανακατεύω ένα προϊόν με άλλο, κατώτερης ποιότητας και τιμής, προκειμένου να ωφεληθώ οικονομικά εις βάρος του αγοραστή Βικιλεξικό
- νοθεύω το ελαιόλαδο με ηλιέλαιο
- παραποιώ μια ιδέα, μια κατάσταση κ.λπ. εισάγοντας ξένα ή ακατάλληλα στοιχεία Βικιλεξικό
- νοθεύω το αποτέλεσμα των εκλογών
Ετυμολογία
νοθεύω < ελληνιστική κοινή νοθεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →