νοικοκυρά
•
- γυναίκα που διαχειρίζεται το σπίτι της και την οικογένειά της, η κυρία του σπιτιού Βικιλεξικό
- Στη νοσταλγία των φίφτις αυτοί αντέταξαν την επικαιρότητα των έιτις. Στις υπερπαραγωγές της «Σιτροέν» αυτοί έβαλαν ένα «Φολκσβάγκεν» να πέφτει κάτω, ανοίγοντας μια τρύπα. Στις μπανιέρες και τα αυτόματα πλυντήρια της εποχής της Πέγκυ Σου αυτοί έβαλαν τη μέση αγγλίδα νοικοκυρά να πανικοβάλλεται με την κορούλα της, Μάργκαρετ, που τρώει την τάδε μάρκα μπιζελιών και ονειρεύεται όταν μεγαλώσει να γίνει πρωθυπουργός. (Τσχυδρόμος, τεύχη 45-48, 1991, σελ. 61)
- ιδιοκτήτρια ακινήτου που το ενοικιάζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοικοκυρά < μεσαιωνική ελληνική νοικοκυρά < αρχαία ελληνική οἶκος + κύριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοικοκυρά | νοικοκυρές |
| Γενική | νοικοκυράς | νοικοκυρών |
| Αιτιατική | νοικοκυρά | νοικοκυρές |
| Κλητική | νοικοκυρά | νοικοκυρές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →