Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νοικοκυρίστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με νοικοκύρη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ειρωνικόη παραπάνω σημασία (ιδίως για γυναίκα), με έμφαση στις αρνητικές ή υπερβολικές πτυχές της Βικιλεξικό
    • Η μητέρα μου ανέκαθεν είχε νοικοκυρίστικη νοοτροπία: σχεδόν πάντα ήταν με ένα ξεσκονόπανο στο χέρι, διότι δεν ανεχόταν ούτε έναν κόκκο σκόνης πάνω στα έπιπλα!

Ετυμολογία

νοικοκυρίστικος < νοικοκύρ(ης) / νοικοκυρ(ά) + -ίστικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοικοκυρίστικοςνοικοκυρίστικηνοικοκυρίστικο
Γενικήνοικοκυρίστικουνοικοκυρίστικηςνοικοκυρίστικου
Αιτιατικήνοικοκυρίστικονοικοκυρίστικηνοικοκυρίστικο
Κλητικήνοικοκυρίστικενοικοκυρίστικηνοικοκυρίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνοικοκυρίστικοινοικοκυρίστικεςνοικοκυρίστικα
Γενικήνοικοκυρίστικωννοικοκυρίστικωννοικοκυρίστικων
Αιτιατικήνοικοκυρίστικουςνοικοκυρίστικεςνοικοκυρίστικα
Κλητικήνοικοκυρίστικοινοικοκυρίστικεςνοικοκυρίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →