νοικοκυρίστικος
•
- που έχει σχέση με νοικοκύρη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- ειρωνικόη παραπάνω σημασία (ιδίως για γυναίκα), με έμφαση στις αρνητικές ή υπερβολικές πτυχές της Βικιλεξικό
- Η μητέρα μου ανέκαθεν είχε νοικοκυρίστικη νοοτροπία: σχεδόν πάντα ήταν με ένα ξεσκονόπανο στο χέρι, διότι δεν ανεχόταν ούτε έναν κόκκο σκόνης πάνω στα έπιπλα!
Ετυμολογία
νοικοκυρίστικος < νοικοκύρ(ης) / νοικοκυρ(ά) + -ίστικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νοικοκυρίστικος | νοικοκυρίστικη | νοικοκυρίστικο |
| Γενική | νοικοκυρίστικου | νοικοκυρίστικης | νοικοκυρίστικου |
| Αιτιατική | νοικοκυρίστικο | νοικοκυρίστικη | νοικοκυρίστικο |
| Κλητική | νοικοκυρίστικε | νοικοκυρίστικη | νοικοκυρίστικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νοικοκυρίστικοι | νοικοκυρίστικες | νοικοκυρίστικα |
| Γενική | νοικοκυρίστικων | νοικοκυρίστικων | νοικοκυρίστικων |
| Αιτιατική | νοικοκυρίστικους | νοικοκυρίστικες | νοικοκυρίστικα |
| Κλητική | νοικοκυρίστικοι | νοικοκυρίστικες | νοικοκυρίστικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →