νοικοκυριό
•
- η οικογένεια και ο χώρος κατοικίας της Βικιλεξικό
- Καμιά φορά αναφέρεται ο όρος πόρτεγο, που ήταν το σημερινό καθιστικό ή σαλόνι. Πόρτεγο δε φαίνεται να διέθεταν όλα τα νοικοκυριά, η ύπαρξή του δήλωνε πολυτέλεια ... Τα κυρίως δωμάτια που συνήθως διέθετε ένα νοικοκυριό ήταν το πόρτεγο και το υπνοδωμάτιο. (Πεπραγμένα Ένατου Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, 2004, σελ. 241)
- οι καθημερινές εργασίες που είναι απαραίτητες για ένα σπίτι, σε κάποιο σπιτικό (μαγείρεμα, σκούπισμα κ.λπ.) Βικιλεξικό
- ο απαραίτητος εξοπλισμός για ένα σπίτι, σε κάποιο σπιτικό (έπιπλα, σκεύη κ.λπ.) Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη οικογένεια ή γενικά οι άνθρωπο που ζουν σε ένα σπίτι, σε κάποιο σπιτικό Βικιλεξικό
- Ένα νοικοκυριό αποτελείται από ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων που ζουν στην ίδια διεύθυνση και έχουν κοινές οικιακές υποχρεώσεις, όπως ότι μοιράζονται τις κοινές οικιακές δαπάνες, τα γεύματα, το καθιστικό ή το σαλόνι της κατοικίας κ.λπ. Τα μέλη ενός νοικοκυριού δεν είναι απαραίτητο να είναι συγγενείς. (Greece in Numbers, ανάκτηση 13/3/2026 https://www.greeceinnumbers.gr/el/Population/Households%20and%20families)
- Το νέο καθεστώς φορολογίας θα αφορά περισσότερους από 3.500.000 ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, μεζονετών, μονοκατοικιών, επαγγελματικών ακινήτων, οικοπέδων, κ.ά. και είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει αρνητικά τις τσέπες των νοικοκυριών. (@tovima.gr)
- κατ’ επέκτασηη οικονομική και γενικότερη διαχείριση, επιστασία και εποπτεία ενός σπιτικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοικοκυριό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νοικοκυριό < νοικοκυρεύω < νοικοκύρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοικοκυριό | νοικοκυριά |
| Γενική | νοικοκυριού | νοικοκυριών |
| Αιτιατική | νοικοκυριό | νοικοκυριά |
| Κλητική | νοικοκυριό | νοικοκυριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →