Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομάδας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που ανήκει σε μια φυλή ή άλλο σύνολο ανθρώπων που δεν έχουν σταθερή κατοικία αλλά μετακινούνται διαρκώς μαζἰ με τα κοπάδια τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομάδας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νομάδες (μετακινούμενοι βοσκοί, πληθυντικός του νομάς)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνομάδαςνομάδες
Γενικήνομάδανομάδων
Αιτιατικήνομάδανομάδες
Κλητικήνομάδανομάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →