νομάτοι
•
- λαϊκότροποάνθρωποι Βικιλεξικό
- Κλωτσιὰ βαρεῖ τοῦ μαύρου του ςτὴν ἐκκλησιὰ παγαίνει. Βρίσκει τὸν πρωτομάστορη, ποῦ κάνει τὸ μνημοῦρι Πέ μου νὰ ζήσῃς μάστορα τίνος εἶν ̓ τὸ μνημοῦρι; Εἶναι τῆς κόρης τῆς ξανθῆς, ξανθῆς καὶ μαυρομμάτας, Ὁπὤχει τοὺς ἐννι ̓ ἀδερφοὺς τὸν Κωνσταντῖνον ἄντρα, Πὤχει τὰ σπίτια τὰ πολλὰ τὰ τέσσερα παλάτια. Παρακαλῶ σε μάστορα, να φτιάσῃς τὸ μνημοῦρι Λίγο μακρὺ, λίγο πλατὺ, νἆναι γιὰ δυὸ νομάτους.
Ετυμολογία
νομάτοι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀνόματοι < αρχαία ελληνική ὄνομα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νομάτοι | νομάτοι / νοματαίοι |
| Γενική | — | νομάτων / νοματαίων |
| Αιτιατική | — | νομάτους / νοματαίους |
| Κλητική | — | νομάτοι / νοματαίοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →