νομέας
•
- νομικός όροςτο πρόσωπο που έχει φυσική εξουσία σε κάτι με τη θέληση να την έχει ως κύριος Βικιλεξικό
- γενικότερααυτός που κατέχει κι εκμεταλλεύεται κάτι Βικιλεξικό
- επάγγελμαο ποιμένας Βικιλεξικό
- ναυπηγικός όρος: καθένα από τα μεταλλικά ή ξύλινα δοκάρια που συνδέονται πλευρικά με την καρίνα και σχηματίζουν το σκελετό του σκάφους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομέας < αρχαία ελληνική νομεύς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νομέας | νομείς |
| Γενική | νομέα | νομέων |
| Αιτιατική | νομέα | νομείς |
| Κλητική | νομέα | νομείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →