νομίζω
•
- με ειδική πρόταση ή την αντωνυμία τοέχω τη γνώμη, πιστεύω, χωρίς όμως να δηλώνω απόλυτη βεβαιότητα Βικιλεξικό
- νομίζω ότι πρέπει να παραιτηθεί
- + αιτιατική προσώπουθεωρώ Βικιλεξικό
- δεν τον νομίζω για καλό άνθρωπο· μοιάζει πονηρός
- υποθέτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική νομίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νομίζω | νομίζεις | νομίζει | νομίζουμε | νομίζετε | νομίζουν / νομίζουνε |
| Παρατατικός | νόμιζα | νόμιζες | νόμιζε | νομίζαμε | νομίζατε | νομίζαν / νομίζανε / νόμιζαν |
| Αόριστος | νόμισα | νόμισες | νόμισε | νομίσαμε | νομίσατε | νομίσαν / νομίσανε / νόμισαν |
| Μέλλοντας | θα νομίζω / θα νομίσω | θα νομίζεις / θα νομίσεις | θα νομίζει / θα νομίσει | θα νομίζουμε / θα νομίσουμε | θα νομίζετε / θα νομίσετε | θα νομίζουν / θα νομίζουνε / θα νομίσουν / θα νομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νομίσει | έχεις νομίσει | έχει νομίσει | έχουμε νομίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νομίσει | είχες νομίσει | είχε νομίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νομίσει / να νομίζω / να νομίσω | να έχεις νομίσει / να νομίζεις / να νομίσεις | να έχει νομίσει / να νομίζει / να νομίσει | να έχουμε νομίσει / να νομίζουμε / να νομίσουμε | να νομίζετε / να νομίσετε | να νομίζουν / να νομίζουνε / να νομίσουν / να νομίσουνε |
| Προστακτική | — | νόμιζε / νόμισε | — | — | νομίζετε / νομίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
νομίστηκανομίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →