νομαρχείο
•
- παρωχημένοκτήριο όπου βρίσκεται η έδρα του νομάρχη και των σχετικών υπηρεσιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομαρχείο < νομάρχης + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νομαρχείο | νομαρχεία |
| Γενική | νομαρχείου | νομαρχείων |
| Αιτιατική | νομαρχείο | νομαρχεία |
| Κλητική | νομαρχείο | νομαρχεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →