Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομαρχείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοκτήριο όπου βρίσκεται η έδρα του νομάρχη και των σχετικών υπηρεσιών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομαρχείο < νομάρχης + -είο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνομαρχείονομαρχεία
Γενικήνομαρχείουνομαρχείων
Αιτιατικήνομαρχείονομαρχεία
Κλητικήνομαρχείονομαρχεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →