νομάρχης
•
- επάγγελμαδιοικητής νομού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομάρχης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νομάρχης (διοικητής επαρχίας) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préfet. Συγχρονικά αναλύεται σε νομ(ός) + -άρχης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νομάρχης | νομάρχες |
| Γενική | νομάρχη / νομάρχου | νομαρχών |
| Αιτιατική | νομάρχη | νομάρχες |
| Κλητική | νομάρχα / νομάρχη | νομάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →