Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομιμοποιητικά

επίρρημα
•
  1. με νομιμοποιητικό τρόπο Βικιλεξικό
    • Αυτό ενισχύεται και από το πνεύμα της διάταξης, διότι ο Νομοθέτης δεν θέλει η Διοίκηση σε παρόμοια θέματα να δρα νομιμοποιητικά και εκ των υστέρων. (www.eett.gr, 14/4/2011)

Ετυμολογία

νομιμοποιητικά < νομιμοποιητικός + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →