Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομιμοποιητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη νομιμοποίηση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Μια γυναίκα από την Αρμενία, χωρίς νομιμοποιητικά χαρτιά, που πρόσεχε έναν ηλικιωμένο, έτρεξε να σωθεί πηδώντας από τη βεράντα του πρώτου ορόφου της Γ’ Παθολογικής Κλινικής του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας στις 9.30 το πρωί του Σαββάτου. Η 50χρονη γυναίκα, που μεταφέρθηκε αμέσως στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του νοσοκομείου, λίγο αργότερα υπέκυψε στα τραύματά της. (Εφημερίδα των Συντακτών, 1/7/2019)

Ετυμολογία

νομιμοποιητικός < νομιμοποιώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομιμοποιητικόςνομιμοποιητικήνομιμοποιητικό
Γενικήνομιμοποιητικούνομιμοποιητικήςνομιμοποιητικού
Αιτιατικήνομιμοποιητικόνομιμοποιητικήνομιμοποιητικό
Κλητικήνομιμοποιητικένομιμοποιητικήνομιμοποιητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομιμοποιητικοίνομιμοποιητικέςνομιμοποιητικά
Γενικήνομιμοποιητικώννομιμοποιητικώννομιμοποιητικών
Αιτιατικήνομιμοποιητικούςνομιμοποιητικέςνομιμοποιητικά
Κλητικήνομιμοποιητικοίνομιμοποιητικέςνομιμοποιητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →