Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομισματολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη νομισματολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομισματολογικός < νομισματολόγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομισματολογικόςνομισματολογικήνομισματολογικό
Γενικήνομισματολογικούνομισματολογικήςνομισματολογικού
Αιτιατικήνομισματολογικόνομισματολογικήνομισματολογικό
Κλητικήνομισματολογικένομισματολογικήνομισματολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνομισματολογικοίνομισματολογικέςνομισματολογικά
Γενικήνομισματολογικώννομισματολογικώννομισματολογικών
Αιτιατικήνομισματολογικούςνομισματολογικέςνομισματολογικά
Κλητικήνομισματολογικοίνομισματολογικέςνομισματολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →