νομισματοποίηση
•
- οικονομίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νομισματοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νομισματοποίηση < νομισματοποιώ + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική monetization)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νομισματοποίηση | νομισματοποιήσεις |
| Γενική | νομισματοποίησης | νομισματοποιήσεων |
| Αιτιατική | νομισματοποίηση | νομισματοποιήσεις |
| Κλητική | νομισματοποίηση | νομισματοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →