Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νομισματοποιώ

ρήμα
•
  1. οικονομίαμετατρέπω κάτι (π.χ. έναν (χρηματιστηριακό τίτλο) σε νόμισμα Βικιλεξικό
  2. οικονομίακαθιερώνω ένα νόμισμα ως νόμιμο χρήμα Βικιλεξικό
  3. οικονομίαεκδίδω νόμισμα, τυπώνω χρήματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νομισματοποιώ < νόμισμα + -ο- + -ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική monetize)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςνομισματοποιώνομισματοποιείςνομισματοποιείνομισματοποιούμενομισματοποιείτενομισματοποιούν / νομισματοποιούνε
Παρατατικόςνομισματοποιούσανομισματοποιούσεςνομισματοποιούσενομισματοποιούσαμενομισματοποιούσατενομισματοποιούσαν / νομισματοποιούσανε
Αόριστοςνομισματοποίησανομισματοποίησεςνομισματοποίησενομισματοποιήσαμενομισματοποιήσατενομισματοποίησαν / νομισματοποιήσαν / νομισματοποιήσανε
Μέλλονταςθα νομισματοποιήσω / θα νομισματοποιώθα νομισματοποιήσεις / θα νομισματοποιείςθα νομισματοποιήσει / θα νομισματοποιείθα νομισματοποιήσουμε / θα νομισματοποιούμεθα νομισματοποιήσετε / θα νομισματοποιείτεθα νομισματοποιήσουν / θα νομισματοποιήσουνε / θα νομισματοποιούν / θα νομισματοποιούνε
Παρακείμενοςέχω νομισματοποιήσειέχεις νομισματοποιήσειέχει νομισματοποιήσειέχουμε νομισματοποιήσειέχετε νομισματοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα νομισματοποιήσειείχες νομισματοποιήσειείχε νομισματοποιήσειείχαμε νομισματοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω νομισματοποιήσει / να νομισματοποιήσω / να νομισματοποιώνα έχεις νομισματοποιήσει / να νομισματοποιήσεις / να νομισματοποιείςνα έχει νομισματοποιήσει / να νομισματοποιήσει / να νομισματοποιείνα έχουμε νομισματοποιήσει / να νομισματοποιήσουμε / να νομισματοποιούμενα έχετε νομισματοποιήσει / να νομισματοποιήσετε / να νομισματοποιείτενα νομισματοποιήσουν / να νομισματοποιήσουνε / να νομισματοποιούν / να νομισματοποιούνε
Προστακτική—νομισματοποίει / νομισματοποίησε——νομισματοποιήστε / νομισματοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →