νοσέμπο
•
- φαρμακευτικήεικονικό φάρμακο (μίμηση φαρμάκου χωρίς ενεργή ουσία) που χορηγείται σε ασθενή με την επισήμανση ότι έχει πιθανές παρενέργειες με αποτέλεσμα να τις αισθάνεται διά της αυθυποβολής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοσέμπο < οπτικό^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) λόγιο δάνειο από την αγγλική nocebo (ήδη από το 1961) - αγγλική προφορά «νοσίμπο» < λατινική placebo (θα βλάψω) μέλλοντας του noceo - λατινική προφορά «νοκέμπο».
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →