Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλασέμπο

/plaˈse.bo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φαρμακευτικήεικονικό φάρμακο (μίμηση φαρμάκου χωρίς ενεργή ουσία) που χορηγείται σε ασθενή με την επισήμανση ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες με αποτέλεσμα να αισθάνεται ανακούφιση ή ευεργετικά αποτελέσματα διά της αυθυποβολής Βικιλεξικό
    • Αυτό συμπέρανε μια νέα μικρή αμερικανική έρευνα, που έγινε με τη χρήση εικονικών φαρμάκων (πλασέμπο), η οποία έρχεται να προστεθεί σε μια ολοένα αυξανόμενη λίστα μελετών που επιβεβαιώνουν τη δύναμη του νου -και κατά συνέπεια των ψευδοφαρμάκων- πάνω στο σώμα. (Placebo: Πώς η δύναμη του νου κάνει ασθενείς να πιστεύουν ότι ανύπαρκτα φάρμακα τους ανακουφίζουν, εφημ. Πρώτο Θέμα, 29/01/2015 https://www.protothema.gr/ugeia/article/446815/placebo-pos-i-dunami-tou-nou-kanei-astheneis-na-pisteuoun-oti-anuparkta-farmaka-tous-anakoufizoun/)

Ετυμολογία

πλασέμπο < οπτικό λόγιο δάνειο από την αγγλική placebo - αγγλική προφορά «πλασίμπο» ή από τη γαλλική προφορά του placebo «πλασεμπο» < λατινική placebo (θα ευχαριστήσω) μέλλοντας του placeo - λατινική προφορά «πλακέμπο».

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →