νοσηλευτής
•
- ιατρικήεπιστημονικά εκπαιδευμένος νοσοκόμος Βικιλεξικό
- Οι νοσηλευτές σπουδάζουν νοσηλευτική στο πανεπιστήμιο με διάρκεια σπουδών, τέσσερα χρόνια.
Ετυμολογία
νοσηλευτής < νοσηλεύ(ω) + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νοσηλευτής | νοσηλευτές |
| Γενική | νοσηλευτή | νοσηλευτών |
| Αιτιατική | νοσηλευτή | νοσηλευτές |
| Κλητική | νοσηλευτή | νοσηλευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →