νοτίζω
•
- αμετάβατουγραίνομαι ελαφρά, απορροφώ υγρασία Βικιλεξικό
- Όταν το χαρτί νοτίσει αρκετά, έγραψε ο Meynell, σπόρια μυκήτων αρχίζουν να βλαστάνουν και να αναπτύσσονται, σχηματίζοντας μια νηματοειδή μορφή, που ονομάζεται μυκήλιο.
- μεταβατικόυγραίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοτίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική νοτίζω < νότος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)neh₂- (πλέω, κολυμπώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νοτίζω | νοτίζεις | νοτίζει | νοτίζουμε | νοτίζετε | νοτίζουν / νοτίζουνε |
| Παρατατικός | νότιζα | νότιζες | νότιζε | νοτίζαμε | νοτίζατε | νοτίζαν / νοτίζανε / νότιζαν |
| Αόριστος | νότισα | νότισες | νότισε | νοτίσαμε | νοτίσατε | νοτίσαν / νοτίσανε / νότισαν |
| Μέλλοντας | θα νοτίζω / θα νοτίσω | θα νοτίζεις / θα νοτίσεις | θα νοτίζει / θα νοτίσει | θα νοτίζουμε / θα νοτίσουμε | θα νοτίζετε / θα νοτίσετε | θα νοτίζουν / θα νοτίζουνε / θα νοτίσουν / θα νοτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νοτίσει | έχεις νοτίσει | έχει νοτίσει | έχουμε νοτίσει | έχετε νοτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νοτίσει | είχες νοτίσει | είχε νοτίσει | είχαμε νοτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νοτίσει / να νοτίζω / να νοτίσω | να έχεις νοτίσει / να νοτίζεις / να νοτίσεις | να έχει νοτίσει / να νοτίζει / να νοτίσει | να έχουμε νοτίσει / να νοτίζουμε / να νοτίσουμε | να έχετε νοτίσει / να νοτίζετε / να νοτίσετε | να νοτίζουν / να νοτίζουνε / να νοτίσουν / να νοτίσουνε |
| Προστακτική | — | νότιζε / νότισε | — | — | νοτίζετε / νοτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →