Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανότιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει νοτιστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανότιστος < ελληνιστική κοινή ἀνότιστος < αρχαία ελληνική νοτίζω < νότος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)neh₂- (πλέω, κολυμπώ)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανότιστοςανότιστηανότιστο
Γενικήανότιστουανότιστηςανότιστου
Αιτιατικήανότιστοανότιστηανότιστο
Κλητικήανότιστεανότιστηανότιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανότιστοιανότιστεςανότιστα
Γενικήανότιστωνανότιστωνανότιστων
Αιτιατικήανότιστουςανότιστεςανότιστα
Κλητικήανότιστοιανότιστεςανότιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →