νταούλι
•
- μουσικό όργανοπαραδοσιακό μουσικό όργανο, είδος τύμπανου που κρέμεται από τον ώμο, στο πλάι, και παίζεται χτυπώντας και τις δύο πλευρές του Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια κάτι πολύ πρησμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νταούλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νταούλι / ταβούλι < οθωμανική τουρκική طاول (τουρκική davul), αραβικής προέλευσης → δείτε το μεσαιωνικό νταούλι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νταούλι | νταούλια |
| Γενική | νταουλιού | νταουλιών |
| Αιτιατική | νταούλι | νταούλια |
| Κλητική | νταούλι | νταούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →