Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τουμπανιάζω

/tum.baˈɲa.zo/ρήμα
•
  1. προφορικόπροκαλώ πρήξιμο σε κάποιον Βικιλεξικό
  2. προφορικόπρήζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τουμπανιάζω < τούμπανο + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτουμπανιάζωτουμπανιάζειςτουμπανιάζειτουμπανιάζουμετουμπανιάζετετουμπανιάζουν / τουμπανιάζουνε
Παρατατικόςτουμπάνιαζατουμπάνιαζεςτουμπάνιαζετουμπανιάζαμετουμπανιάζατετουμπάνιαζαν / τουμπανιάζαν / τουμπανιάζανε
Αόριστοςτουμπάνιασατουμπάνιασεςτουμπάνιασετουμπανιάσαμετουμπανιάσατετουμπάνιασαν / τουμπανιάσαν / τουμπανιάσανε
Μέλλονταςθα τουμπανιάζω / θα τουμπανιάσωθα τουμπανιάζεις / θα τουμπανιάσειςθα τουμπανιάζει / θα τουμπανιάσειθα τουμπανιάζουμε / θα τουμπανιάσουμεθα τουμπανιάζετε / θα τουμπανιάσετεθα τουμπανιάζουν / θα τουμπανιάζουνε / θα τουμπανιάσουν / θα τουμπανιάσουνε
Παρακείμενοςέχω τουμπανιάσειέχεις τουμπανιάσειέχει τουμπανιάσειέχουμε τουμπανιάσειέχετε τουμπανιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τουμπανιάσειείχες τουμπανιάσειείχε τουμπανιάσειείχαμε τουμπανιάσει——
Υποτακτικήνα έχω τουμπανιάσει / να τουμπανιάζω / να τουμπανιάσωνα έχεις τουμπανιάσει / να τουμπανιάζεις / να τουμπανιάσειςνα έχει τουμπανιάσει / να τουμπανιάζει / να τουμπανιάσεινα έχουμε τουμπανιάσει / να τουμπανιάζουμε / να τουμπανιάσουμενα έχετε τουμπανιάσει / να τουμπανιάζετε / να τουμπανιάσετενα τουμπανιάζουν / να τουμπανιάζουνε / να τουμπανιάσουν / να τουμπανιάσουνε
Προστακτική—τουμπάνιαζε / τουμπάνιασε——τουμπανιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

τουμπανιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →