ντερβίσης
•
- ιστορίαμουσουλμάνος μοναχός που ζει σε τεκέ Βικιλεξικό
- προσφώνησηλεβέντης (ως κλητική προσφώνηση συνήθως) Βικιλεξικό
- Ντερβίση μου να 'ρχόσουνα μια ώρα στο τσαρδί μας / να 'βρισκες τους φίλους μας που (είν)ν’ όλοι δικοί μας (Μάρκος Βαμβακάρης, Ο Δερβίσης)
- Και καρτερώ κάθε πρωί, λεβέντη, να περάσεις, / ντερβίση μου αραμπατζή, κι εσύ μη με ξεχάσεις. (Μάρκος Βαμβακάρης, Ο αραμπατζής)
Ετυμολογία
ντερβίσης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική درویش (derviş, φτωχός, αφοσιωμένος στο θεό) (τουρκική derviş) < περσική درویش (darvêš, ζητιάνος)) < προέλευσης από τη μέση περσική. Δείτε και δερβίσης.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντερβίσης | ντερβίσηδες |
| Γενική | ντερβίση | ντερβίσηδων |
| Αιτιατική | ντερβίση | ντερβίσηδες |
| Κλητική | ντερβίση | ντερβίσηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →