ντερβίσικος
•
- που έχει σχέση με ντερβίση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντερβίσικος < ντερβίσ(ης) + -ικος
Άλλοι τύποι
ντερβίσικαντερβίσικεντερβίσικεςντερβίσικηντερβίσικηςντερβίσικοντερβίσικοιντερβίσικοςντερβίσικουντερβίσικουςντερβίσικων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →