ντερλικώνω
•
- λαϊκότροποτρώω μέχρι σκασμού, υπερβολικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντερλικώνω < (άμεσο δάνειο) τουρκική dirlik (πλούσια ζωή, ευημερία) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ντερλικώνω | ντερλικώνεις | ντερλικώνει | ντερλικώνουμε | ντερλικώνετε | ντερλικώνουν / ντερλικώνουνε |
| Παρατατικός | ντερλίκωνα | ντερλίκωνες | ντερλίκωνε | ντερλικώναμε | ντερλικώνατε | ντερλίκωναν / ντερλικώναν / ντερλικώνανε |
| Αόριστος | ντερλίκωσα | ντερλίκωσες | ντερλίκωσε | ντερλικώσαμε | ντερλικώσατε | ντερλίκωσαν / ντερλικώσαν / ντερλικώσανε |
| Μέλλοντας | θα ντερλικώνω / θα ντερλικώσω | θα ντερλικώνεις / θα ντερλικώσεις | θα ντερλικώνει / θα ντερλικώσει | θα ντερλικώνουμε / θα ντερλικώσουμε | θα ντερλικώνετε / θα ντερλικώσετε | θα ντερλικώνουν / θα ντερλικώνουνε / θα ντερλικώσουν / θα ντερλικώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ντερλικώσει | έχεις ντερλικώσει | έχει ντερλικώσει | έχουμε ντερλικώσει | έχετε ντερλικώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ντερλικώσει | είχες ντερλικώσει | είχε ντερλικώσει | είχαμε ντερλικώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ντερλικώσει / να ντερλικώνω / να ντερλικώσω | να έχεις ντερλικώσει / να ντερλικώνεις / να ντερλικώσεις | να έχει ντερλικώσει / να ντερλικώνει / να ντερλικώσει | να έχουμε ντερλικώσει / να ντερλικώνουμε / να ντερλικώσουμε | να έχετε ντερλικώσει / να ντερλικώνετε / να ντερλικώσετε | να ντερλικώνουν / να ντερλικώνουνε / να ντερλικώσουν / να ντερλικώσουνε |
| Προστακτική | — | ντερλίκωνε / ντερλίκωσε | — | — | ντερλικώνετε / ντερλικώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →