περιδρομιάζω
•
- λαϊκότροποτρώω πάρα πολύ, τρώω τον περίδρομο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιδρομιάζω < περίδρομος + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιδρομιάζω | περιδρομιάζεις | περιδρομιάζει | περιδρομιάζουμε | περιδρομιάζετε | περιδρομιάζουν / περιδρομιάζουνε |
| Παρατατικός | περιδρόμιαζα | περιδρόμιαζες | περιδρόμιαζε | περιδρομιάζαμε | περιδρομιάζατε | περιδρομιάζαν / περιδρομιάζανε / περιδρόμιαζαν |
| Αόριστος | περιδρόμιασα | περιδρόμιασες | περιδρόμιασε | περιδρομιάσαμε | περιδρομιάσατε | περιδρομιάσαν / περιδρομιάσανε / περιδρόμιασαν |
| Μέλλοντας | θα περιδρομιάζω / θα περιδρομιάσω | θα περιδρομιάζεις / θα περιδρομιάσεις | θα περιδρομιάζει / θα περιδρομιάσει | θα περιδρομιάζουμε / θα περιδρομιάσουμε | θα περιδρομιάζετε / θα περιδρομιάσετε | θα περιδρομιάζουν / θα περιδρομιάζουνε / θα περιδρομιάσουν / θα περιδρομιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιδρομιάσει | έχεις περιδρομιάσει | έχει περιδρομιάσει | έχουμε περιδρομιάσει | έχετε περιδρομιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιδρομιάσει | είχες περιδρομιάσει | είχε περιδρομιάσει | είχαμε περιδρομιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιδρομιάσει / να περιδρομιάζω / να περιδρομιάσω | να έχεις περιδρομιάσει / να περιδρομιάζεις / να περιδρομιάσεις | να έχει περιδρομιάσει / να περιδρομιάζει / να περιδρομιάσει | να έχουμε περιδρομιάσει / να περιδρομιάζουμε / να περιδρομιάσουμε | να έχετε περιδρομιάσει / να περιδρομιάζετε / να περιδρομιάσετε | να περιδρομιάζουν / να περιδρομιάζουνε / να περιδρομιάσουν / να περιδρομιάσουνε |
| Προστακτική | — | περιδρόμιαζε / περιδρόμιασε | — | — | περιδρομιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
περιδρομιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →