Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντερμπεντέρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροπομε σωστή συμπεριφορά, λεβέντης, ανοιχτόκαρδος Βικιλεξικό
    • Χθες το βράδυ στην ταβέρνα πέθανε ο Περικλής, ο πιο ντερμπεντέρης άντρας κι ο πιο μερακλής μπεκρής.

Ετυμολογία

ντερμπεντέρης < (άμεσο δάνειο) τουρκική derbeder + -ης < περσική دربدر (dar-ba-dar, αλήτης, πόρτα σε πόρτα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήντερμπεντέρηςντερμπεντέρηδες
Γενικήντερμπεντέρηντερμπεντέρηδων
Αιτιατικήντερμπεντέρηντερμπεντέρηδες
Κλητικήντερμπεντέρηντερμπεντέρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →