Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντερμπεντέρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπου έχει σχέση με τον ντερμπεντέρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ντερμπεντέρικος < ντερμπεντέρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήντερμπεντέρικοςντερμπεντέρικηντερμπεντέρικο
Γενικήντερμπεντέρικουντερμπεντέρικηςντερμπεντέρικου
Αιτιατικήντερμπεντέρικοντερμπεντέρικηντερμπεντέρικο
Κλητικήντερμπεντέρικεντερμπεντέρικηντερμπεντέρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήντερμπεντέρικοιντερμπεντέρικεςντερμπεντέρικα
Γενικήντερμπεντέρικωνντερμπεντέρικωνντερμπεντέρικων
Αιτιατικήντερμπεντέρικουςντερμπεντέρικεςντερμπεντέρικα
Κλητικήντερμπεντέρικοιντερμπεντέρικεςντερμπεντέρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →