Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντετερμινιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αιτιοκρατικός, ο αναφερόμενος στον ντετερμινισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ντετερμινιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήντετερμινιστικόςντετερμινιστικήντετερμινιστικό
Γενικήντετερμινιστικούντετερμινιστικήςντετερμινιστικού
Αιτιατικήντετερμινιστικόντετερμινιστικήντετερμινιστικό
Κλητικήντετερμινιστικέντετερμινιστικήντετερμινιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήντετερμινιστικοίντετερμινιστικέςντετερμινιστικά
Γενικήντετερμινιστικώνντετερμινιστικώνντετερμινιστικών
Αιτιατικήντετερμινιστικούςντετερμινιστικέςντετερμινιστικά
Κλητικήντετερμινιστικοίντετερμινιστικέςντετερμινιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →