ντολμάς
•
- φαγητό που φτιάχνεται τυλίγοντας ρύζι με ή χωρίς κιμά σε αμπελόφυλλα ή φύλλα λάχανου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντολμάς < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική طولمه (τουρκική dolma + -ς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντολμάς | ντολμάδες |
| Γενική | ντολμά | ντολμάδων |
| Αιτιατική | ντολμά | ντολμάδες |
| Κλητική | ντολμά | ντολμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →