ντολμαδάκι
•
- φαγητάυποκοριστικό του ντολμάς, συνήθως (ως πιάτο) στον πληθυντικό: ντολμαδάκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντολμαδάκι < ντολμάς + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντολμαδάκι | ντολμαδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ντολμαδάκι | ντολμαδάκια |
| Κλητική | ντολμαδάκι | ντολμαδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →