Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντύνομαι

/ˈdi.no.me/ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος ντύνω Βικιλεξικό
    • Ντυνόταν, μακιγιαριζόταν, χτενιζόταν μόνη της, φρόντιζε τ' αξεσουάρ και το βεστιάριό της και δούλευε δέκα - δώδεκα ώρες χωρίς διακοπή (Μίμης Τσακωνιάτης, Νίκος Νικολαΐδης, εκδόσεις Αιγόκερως, 2007, σελ. 29)

Ετυμολογία

Άλλοι τύποι

ντυμένοςντύθηκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →