παντρεύομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος παντρεύω: συνάπτω γάμο, ενώνομαι με τα δεσμά του γάμου Βικιλεξικό
- (αμετάβατο) Πάει κι ο Γιώργος! Παντρεύτηκε κι αυτός...
- (μεταβατικό) η Μαίρη παντρεύτηκε τον Τάκη
- (αλληλοπαθές) η Μαίρη και ο Τάκης παντρεύτηκαν (μεταξύ τους)
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
παντρεμένοςπαντρευτώπαντρευόμουνπαντρεύτηκαπαντρεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →