νυφοπάζαρο
•
- μειωτικόμέρος όπου μαζεύονται πολλές γυναίκες που επιδιώκουν γνωριμία με άνδρες, με απώτερο σκοπό τον γάμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νυφοπάζαρο < νύφ(η) + -ο- + παζάρ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νυφοπάζαρο | νυφοπάζαρα |
| Γενική | νυφοπάζαρου | νυφοπάζαρων |
| Αιτιατική | νυφοπάζαρο | νυφοπάζαρα |
| Κλητική | νυφοπάζαρο | νυφοπάζαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →