νωμίτης
•
- ενδυμασίατο τμήμα ενός ρούχου γύρω από τον ώμο Βικιλεξικό
- ύφασμα που τοποθετείται διπλωμένο στον ώμο από αχθοφόρους, για να μεταφερθεί ευκολότερα κάποιο βάρος ακουμπισμένο στον ώμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νωμίτης < νώμος + -ίτης < ώμος < αρχαία ελληνική ὦμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νωμίτης | νωμίτες |
| Γενική | νωμίτη | νωμιτών |
| Αιτιατική | νωμίτη | νωμίτες |
| Κλητική | νωμίτη | νωμίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →