ώμος
•
- το τμήμα του σώματος από τον αυχένα μέχρι το βραχίονα#: ※ Κι εκεί που κάναμε την πλάκα μας βάζοντας στοιχήματα για το ποια κοπέλα θα πάρει το σκήπτρο, τσουπ, βλέπω μία διαγωνιζόμενη με εξώπλατο και στον ώμο της να έχει μια ελιά όπως η Αντάρα. (Γιώργος Σκούρτης, Το χειρόγραφο της Αντάρας, Ο δολοφόνος του Οκτώμβρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014) Βικιλεξικό
- η άρθρωση του βραχίονα προς το οστό της ωμοπλάτης Βικιλεξικό
- το τμήμα του ρούχου που εφάπτεται σε αυτήν την περιοχή του σώματος Βικιλεξικό
- το πουκάμισο θέλει σιδέρωμα στον ώμο
Ετυμολογία
ώμος < μεσαιωνική ελληνική νῶμος (από τη σύνδεση άρθρου και λέξης, δηλαδή τονώμο= νῶμο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὦμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ώμος | ώμοι |
| Γενική | ώμου | ώμων |
| Αιτιατική | ώμο | ώμους |
| Κλητική | ώμε | ώμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →