Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ώμος

/ˈo.mos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το τμήμα του σώματος από τον αυχένα μέχρι το βραχίονα#: ※ Κι εκεί που κάναμε την πλάκα μας βάζοντας στοιχήματα για το ποια κοπέλα θα πάρει το σκήπτρο, τσουπ, βλέπω μία διαγωνιζόμενη με εξώπλατο και στον ώμο της να έχει μια ελιά όπως η Αντάρα. (Γιώργος Σκούρτης, Το χειρόγραφο της Αντάρας, Ο δολοφόνος του Οκτώμβρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014) Βικιλεξικό
  2. η άρθρωση του βραχίονα προς το οστό της ωμοπλάτης Βικιλεξικό
  3. το τμήμα του ρούχου που εφάπτεται σε αυτήν την περιοχή του σώματος Βικιλεξικό
    • το πουκάμισο θέλει σιδέρωμα στον ώμο

Ετυμολογία

ώμος < μεσαιωνική ελληνική νῶμος (από τη σύνδεση άρθρου και λέξης, δηλαδή τονώμο= νῶμο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὦμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήώμοςώμοι
Γενικήώμουώμων
Αιτιατικήώμοώμους
Κλητικήώμεώμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ωμός

/oˈmos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. (για τρόφιμα, κρέας, λαχανικά) που δεν έχει ψηθεί ή δεν έχει βραστεί Βικιλεξικό
    • Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματα, και κρεοφάγος αν ήσουν, θα εγκατέλειπες για πάντα την κρεοφαγία. (Ευάγγελος Γράψας, Ο Αχρημάς - Μέρος 1, Ο Καλαμάνθρωπος και τα Μαγικά Χαλιά του, εκδ. Ακακία, 2011 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%91%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%AC%CF%82_%CE%9C%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82_1/2ry0BgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AC%22&pg=PT39&printsec=frontcover)
  2. (σπάνιο, για καρπούς) που δεν έχει ωριμάσει ακόμη Βικιλεξικό
  3. (για πηλό, πλίνθο, αγγείο) που δεν έχει ψηθεί ακόμη στο καμίνι Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάχωρίς ευαισθησία και ευγένεια Βικιλεξικό
  5. που δεν έχει ηθικές αναστολές ή αυτοσυγκράτηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὠμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωμόςωμήωμό
Γενικήωμούωμήςωμού
Αιτιατικήωμόωμήωμό
Κλητικήωμέωμήωμό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωμοίωμέςωμά
Γενικήωμώνωμώνωμών
Αιτιατικήωμούςωμέςωμά
Κλητικήωμοίωμέςωμά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →