Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νόηση

/ˈno.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ικανότητα αντίληψης της πραγματικότητας με το νου, με τη λογική Βικιλεξικό
    • Ἀπέναντι τῆς Μοίρας αὐτῆς δέν θά μποροῦσε νά ἀντιταχθεῖ παρά ἡ ψυχολατρία (manismus) καὶ ἡ ἐξευμενιστική λατρεία (θυσίες κλπ.) στοὺς «δαίμονες». Ένα σημαντικό βήμα γιὰ τὴ νόηση στάθηκε ἡ σύλληψη, ὁ ὁραματισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ὡς ἑνιαίου ὀργανωμένου καὶ ἁρμονικοῦ Συνόλου (Νέα Εστία, τόμος 89, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1971, σελ. 520)

Ετυμολογία

νόηση < αρχαία ελληνική νόησις < νοέω / νοῶ < νόος / νοῦς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνόησηνοήσεις
Γενικήνόησηςνοήσεων
Αιτιατικήνόησηνοήσεις
Κλητικήνόησηνοήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →