νόηση
•
- η ικανότητα αντίληψης της πραγματικότητας με το νου, με τη λογική Βικιλεξικό
- Ἀπέναντι τῆς Μοίρας αὐτῆς δέν θά μποροῦσε νά ἀντιταχθεῖ παρά ἡ ψυχολατρία (manismus) καὶ ἡ ἐξευμενιστική λατρεία (θυσίες κλπ.) στοὺς «δαίμονες». Ένα σημαντικό βήμα γιὰ τὴ νόηση στάθηκε ἡ σύλληψη, ὁ ὁραματισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ὡς ἑνιαίου ὀργανωμένου καὶ ἁρμονικοῦ Συνόλου (Νέα Εστία, τόμος 89, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1971, σελ. 520)
Ετυμολογία
νόηση < αρχαία ελληνική νόησις < νοέω / νοῶ < νόος / νοῦς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νόηση | νοήσεις |
| Γενική | νόησης | νοήσεων |
| Αιτιατική | νόηση | νοήσεις |
| Κλητική | νόηση | νοήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →