νύστα
•
- η αίσθηση ανάγκης για ύπνο, να κοιμηθεί κάποιος Βικιλεξικό
- Νύστα τοῦ ἄπραγου, τοῦ πάθους πυρετός, / τῆς ἀγρύπνιας τὸ σαράκι, ἄρρωστο αἶμα, / στοῦ παιδιοῦ τὰ χέρια χαρταϊτός... / -Ὅ,τι θὰ σοῦ πῶ εἶναι ψέμα. (Κωστής Παλαμάς, Ό,τι θα σου πω..., 1927)
Ετυμολογία
νύστα < νυστ(άζω) + κατάληξη θηλυκού -α (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νύστα | νύστες |
| Γενική | νύστας | — |
| Αιτιατική | νύστα | νύστες |
| Κλητική | νύστα | νύστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →