νυστάζω
•
- νιώθω την ανάγκη για ύπνο Βικιλεξικό
- Το μωρό νυστάζει και πεινάει.
Ετυμολογία
νυστάζω < αρχαία ελληνική νυστάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νυστάζω | νυστάζεις | νυστάζει | νυστάζουμε | νυστάζετε | νυστάζουν / νυστάζουνε |
| Παρατατικός | νύσταζα | νύσταζες | νύσταζε | νυστάζαμε | νυστάζατε | νυστάζαν / νυστάζανε / νύσταζαν |
| Αόριστος | νύσταξα | νύσταξες | νύσταξε | νυστάξαμε | νυστάξατε | νυστάξαν / νυστάξανε / νύσταξαν |
| Μέλλοντας | θα νυστάζω / θα νυστάξω | θα νυστάζεις / θα νυστάξεις | θα νυστάζει / θα νυστάξει | θα νυστάζουμε / θα νυστάξουμε | θα νυστάζετε / θα νυστάξετε | θα νυστάζουν / θα νυστάζουνε / θα νυστάξουν / θα νυστάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω νυστάξει | έχεις νυστάξει | έχει νυστάξει | έχουμε νυστάξει | έχετε νυστάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νυστάξει | είχες νυστάξει | είχε νυστάξει | είχαμε νυστάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νυστάξει / να νυστάζω / να νυστάξω | να έχεις νυστάξει / να νυστάζεις / να νυστάξεις | να έχει νυστάξει / να νυστάζει / να νυστάξει | να έχουμε νυστάξει / να νυστάζουμε / να νυστάξουμε | να έχετε νυστάξει / να νυστάζετε / να νυστάξετε | να νυστάζουν / να νυστάζουνε / να νυστάξουν / να νυστάξουνε |
| Προστακτική | — | νύσταζε / νύσταξε | — | — | νυστάζετε / νυστάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →