ξάσπρισμα
•
- το άσπρισμα στους τοίχους ενός σπιτιού ή κτιρίου, συνήθως όμως μικρού οικοδομήματος Βικιλεξικό
- το ξεθώριασμα, ο αποχρωματισμός (για ύφασμα) από τα πολλά πλυσίματα ή γενικά τη φθορά που υπέστη λόγω χρήσης ή από την έκθεση στον ήλιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξάσπρισμα < ξασπρίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξάσπρισμα | ξασπρίσματα |
| Γενική | ξασπρίσματος | ξασπρισμάτων |
| Αιτιατική | ξάσπρισμα | ξασπρίσματα |
| Κλητική | ξάσπρισμα | ξασπρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →