Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξάστερος

/ˈksa.ste.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για τον νυχτερινό ουρανόκαθαρός και γεμάτος αστέρια Βικιλεξικό
    • ξάστερος ουρανός, ξάστερη νύχτα
    • Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρω­τήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)
  2. μεταφορικάκαθαρός, σαφής Βικιλεξικό
    • ξάστερος εξηγητής

Ετυμολογία

ξάστερος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐξάστερος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξάστεροςξάστερηξάστερο
Γενικήξάστερουξάστερηςξάστερου
Αιτιατικήξάστεροξάστερηξάστερο
Κλητικήξάστερεξάστερηξάστερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξάστεροιξάστερεςξάστερα
Γενικήξάστερωνξάστερωνξάστερων
Αιτιατικήξάστερουςξάστερεςξάστερα
Κλητικήξάστεροιξάστερεςξάστερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →