Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξαστεριά

/ksa.steɾˈʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μετεωρολογίαη κατάσταση του νυχτερινού ουρανού που δεν έχει σύννεφα και φαίνονται καθαρά τα αστέρια Βικιλεξικό
    • Έλα στο χορό Μόνο να σε βλέπω, μόνο αυτό μπορώ Νύχτα ξαστεριά Άναψαν φωτάκια σ’ όλα τα χωριά
  2. συνεκδοχικάη καθαρή και ασυννέφιαστη νύχτα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη ελευθερία, όταν δεν θα σκεπάζει σαν σύννεφο τον ουρανό η σκλαβιά Βικιλεξικό
    • Πότε θα κάμει ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίσει, να πάρω το ντουφέκι μου, την έμορφη πατρόνα.
  4. μεταφορικάη ηρεμία που ακολουθεί μια περίοδο αναταραχής και δυσχερειών Βικιλεξικό
    • Έχει ο Θεός κι η Παναγιά Θα δούμε λίγη ξαστεριά Μες τη ζωή τη στράτα Βάλτο καλά μες στην καρδιά Πώς θα ’ρθει και η καλοκαιριά Με μιας πεντάρας νιάτα

Ετυμολογία

ξαστεριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξαστεριά < μεσαιωνική ελληνική ἐξαστεριά με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξαστεριάξαστεριές
Γενικήξαστεριάςξαστεριών
Αιτιατικήξαστεριάξαστεριές
Κλητικήξαστεριάξαστεριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →