ξαστεριά
•
- μετεωρολογίαη κατάσταση του νυχτερινού ουρανού που δεν έχει σύννεφα και φαίνονται καθαρά τα αστέρια Βικιλεξικό
- Έλα στο χορό Μόνο να σε βλέπω, μόνο αυτό μπορώ Νύχτα ξαστεριά Άναψαν φωτάκια σ’ όλα τα χωριά
- συνεκδοχικάη καθαρή και ασυννέφιαστη νύχτα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ελευθερία, όταν δεν θα σκεπάζει σαν σύννεφο τον ουρανό η σκλαβιά Βικιλεξικό
- Πότε θα κάμει ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίσει, να πάρω το ντουφέκι μου, την έμορφη πατρόνα.
- μεταφορικάη ηρεμία που ακολουθεί μια περίοδο αναταραχής και δυσχερειών Βικιλεξικό
- Έχει ο Θεός κι η Παναγιά Θα δούμε λίγη ξαστεριά Μες τη ζωή τη στράτα Βάλτο καλά μες στην καρδιά Πώς θα ’ρθει και η καλοκαιριά Με μιας πεντάρας νιάτα
Ετυμολογία
ξαστεριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξαστεριά < μεσαιωνική ελληνική ἐξαστεριά με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξαστεριά | ξαστεριές |
| Γενική | ξαστεριάς | ξαστεριών |
| Αιτιατική | ξαστεριά | ξαστεριές |
| Κλητική | ξαστεριά | ξαστεριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →